Παρέμβαση του Κ. Γουρνά στην 2ήμερη εκδήλωση στην ΑΣΟΕΕ

ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ ΤΟΥ ΚΩΣΤΑ ΓΟΥΡΝΑ

 ΣΤΗ ΔΙΗΜΕΡΗ ΕΚΔΗΛΩΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΤΑΣΤΟΛΗ, ΤΟ ΚΑΘΕΣΤΩΣ ΕΚΤΑΚΤΗΣ ΑΝΑΓΚΗΣ ΚΑΙ ΤΙΣ ΦΥΛΑΚΕΣ ΤΥΠΟΥ Γ’, ΜΕ ΤΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ ΠΟΛΙΤΙΚΩΝ ΚΡΑΤΟΥΜΕΝΩΝ ΠΟΥ ΕΓΙΝΕ ΣΤΗΝ ΑΣΟΕΕ ΣΤΙΣ 21 &22 ΜΑΡΤΗ.

 

Η άποψή μου για την καταστολή μπορεί να συνοψιστεί σε δύο εικόνες. Στην πρώτη, απεικονίζεται ένα διάγραμμα της καταστολής που σε συνάρτηση με το χρόνο εμφανίζει μία άτακτη γραμμή με κορυφές που ανεβοκατεβαίνουν μέχρι και το 2008 όπου έπειτα εμφανίζει μια σταθερή ευθεία γραμμή. Στη δεύτερη εικόνα, υπάρχουν τέσσερις ομόκεντροι κύκλοι που απ’ εξω προς τα μέσα ονομάζονται: Καταστολή – Καθεστώς έκτακτης ανάγκης- στοχευμένη καταστολή – αντιτρομοκρατικός πόλεμος.

Ο πρώτος κύκλος. Η καταστολή ως πολιτική του καθεστώτος και όχι με τη φυσική μορφή που παίρνει, δεν έχει καμία σχέση με ό,τι γνωρίσαμε τις περασμένες δεκαετίες. Εδώ προφανώς, δεν καλούμαστε να συζητήσουμε πότε πέφτει πιο πολύ ξύλο. Δε μιλάμε πια για σπασμωδικές αντιδράσεις ενός κράτους που προσπαθεί να αντιμετωπίσει κοινωνικούς αγώνες κρατώντας όμως, κάποιες κοινωνικές ισορροπίες. Μέχρι τώρα η καταστολή δεν εντασσόταν σε κάποιον ευρύτερο σχεδιασμό καθώς στην πραγματικότητα, από την ίδια τη φύση του ελληνικού κράτους δεν υπήρχε κανένας ιδιαίτερος σχεδιασμός σε κανένα τομέα. Για πρώτη φορά υπάρχει βραχυπρόθεσμος και μεσοπρόθεσμος σχεδιασμός σε αυτόν τον τόπο, πράγμα που οφείλεται στη γερμανική οργανωτικότητα, με στόχο να αποικιοποιηθεί η ελληνική κοινωνία και ο πλούτος που παράγει και εντάσσει σε αυτό το σχέδιο την καταστολή. Και ενώ όλες οι υπόλοιπες πολιτικές έχουν εκχωρηθεί στην Τρόικα, η κατασταλτική πολιτική είναι πλέον η αποκλειστική αρμοδιότητα του ελληνικού κράτους. Η κατασταλτική πολιτική σήμερα έχει οριζοντιοποιηθεί. Δε στοχεύει ορισμένες, μόνο, κοινωνικές ομάδες και πολιτικούς χώρους. Χτυπιέται οτιδήποτε κινείται. Ακολουθεί το μοντέλο της επιθετικής οικονομικής πολιτικής που στοχεύει τους πάντες (εκτός της ελίτ), κάτι που έγινε φανερό πρόσφατα με τη φορολογική πολιτική. Η καταστολή σήμερα είναι ένας διαρκής πόλεμος και προαπαιτούμενο για την εφαρμογή του οικονομικού πολέμου ενάντια στην κοινωνία. Η καταστολή είναι ένα από τα  προαπαιτούμενα του μνημονίου. Εξυπηρετεί ταυτόχρονα την ομαλή εφαρμογή του δημοσιονομικού προγράμματος, την ανάπτυξη της ακροδεξιάς ατζέντας της ΝΔ και την αντιπαράθεση με το ΣΥΡΙΖΑ, φέροντας το γενικό τίτλο «Νόμος και Τάξη».

Το περιβάλλον μέσα στο οποίο έχει οριζοντιοποιηθεί η καταστολή είναι το μετα-Δεκεμβριανό καθεστώς έκτακτης ανάγκης. Ένα δόγμα το οποίο υπήρχε ως εφεδρεία κατά τη διάρκεια της εξέγερσης του ’08 και υπερίσχυσε πια ως όχημα κατασταλτικής πολιτικής μετά το πέρας της εξέγερσης. Το καθεστώς έκτακτης ανάγκης κηρύχθηκε και επίσημα τον Απρίλη του 2010 από τα καταγάλανα νερά του Καστελόριζου. Η είσοδος στο Μνημόνιο και την επικυριαρχία της Τρόικας, ήταν η ευκαιρία για να κατοχυρωθεί η σκληρή γραμμή αυτού του δόγματος. Η περίοδος από τον Απρίλη του ’10 μέχρι το Φλεβάρη του ’12 με τις ογκώδεις διαδηλώσεις και την ανελέητη καταστολή έγινε το θέατρο της εμπέδωσης αυτής της αλλαγής. Μιας αλλαγής που δυστυχώς, έφερε απαισιοδοξία και ματαιότητα σε όσους αγωνίστηκαν τότε.

Το καθεστώς έκτακτης ανάγκης είναι ο στυλοβάτης στην προσπάθεια να σωθεί η χώρα, δηλαδή η ντόπια ελίτ και το χρηματοπιστωτικό σύστημα. Η ακραία καταστολή που ασκούν οι ΜΑΤ, ΔΙΑΣ, ΔΕΛΤΑ δεν είναι ασύνδετη με αυτή την προσπάθεια. Τους δίνουν το ελεύθερο να φανερώνουν όλα τα κατώτερα ένστικτά τους απέναντι  στο λαό που αγωνίζεται, όχι στα πλαίσια ενός μπραντεφέρ εξουσίας –  αντεξουσίας ή γιατί είναι φιλοναζί, αλλά για να εξασφαλίσουν την ανεμπόδιστη εφαρμογή του δημοσιονομικού προγράμματος. Αυτό μαρτυρούν και δεκάδες παραδείγματα παρεμβάσεων του ΔΝΤ στη Λατινική Αμερική, την Νότιο Αφρική, την Νοτιοανατολική Ασία όπου δημιουργήθηκαν πολιτικά περιβάλλοντα δικτατοριών για να κάμψουν τις αντιστάσεις των λαών. Το καθεστώς έκτακτης ανάγκης προσπαθεί να λάβει κοινωνική νομιμοποίηση μέσα από ένα απλό προπαγανδιστικό σχήμα. Ότι δεν υπάρχει άλλη εναλλακτική πολιτική πρόταση που μπορεί να μας βγάλει από την κρίση και οποιοσδήποτε διατυπώνει μία τέτοια πρόταση είναι εχθρός της κοινωνίας.

Η στοχευμένη καταστολή αφορά ένα πολύ συγκεκριμένο κομμάτι της κοινωνίας, έναν πολιτικό χώρο, τον αντιεξουσιαστικό, που αποτελεί τις τελευταίες δεκαετίες τον κύριο εκφραστή της ανατρεπτικής δράσης. Ένα χώρο που έχει καταφέρει να συνδεθεί με κοινωνικά κινήματα και αποτελεί την αιχμή του δόρατος του αντικαθεστωτικού ριζοσπαστισμού. Ιδιαίτερα μετά την εξέγερση του ’08 μπήκε στο στόχαστρο μιας πιο μεθοδευμένης ενασχόλησης των διωκτικών μηχανισμών. Η γέννηση πολιτικών εγχειρημάτων, η συμμετοχή σε λαϊκές συνελεύσεις από τη μια και η αναθέρμανση του αντάρτικου πόλης από την άλλη επίσπευσαν αυτή τη στοχοποίηση. Αυτό τον οργασμό δράση μαρτυρούν και οι δεκάδες συλλήψεις αγωνιστών την περίοδο 2010-2011, ως επί το πλείστον κατηγορούμενων για ένοπλες οργανώσεις. Ο γκουρού της στοχευμένης καταστολής Δένδιας ήταν αυτός που την επισημοποίησε λέγονταν τη γνωστή ρήση για τον Α-Α χώρο που «αριθμεί κάποιες χιλιάδες που φλερτάρουν με την τρομοκρατία».

Ο αντιτρομοκρατικός πόλεμος είναι κατά βάση ένας ιδεολογικός πόλεμος και έχει στον πυρήνα της στόχευσής του την αντιμετώπιση των ένοπλων οργανώσεων. Δεν χρειάζεται ιδιαίτερη σοφία για να καταλάβουμε ότι στη βαθμονόμηση των απειλών, το καθεστώς τοποθετεί τις ένοπλες οργανώσεις στην κορυφή της πυραμίδας των κοινωνικών αντιστάσεων. Ο αντιτρομοκρατικός νόμος είναι ένα εργαλείο αυτού του πολέμου. Ένας σκληρός νόμος που λειτουργεί εξίσου τιμωρητικά όσο και αποτρεπτικά. Το δόγμα αποτροπής είναι παγκοσμίως η καρδιά της αντιτρομοκρατίας και καμιά σοβαρή αστυνομία δεν επενδύει πια στην αναχαίτιση αντάρτικων ενεργειών. Στόχος τους είναι να εγκαταστήσουν ένα αποτρεπτικό περιβάλλον για τη δημιουργία ένοπλων σχημάτων και αυτό περιλαμβάνει μια σειρά από μέτρα που φέρουν προσωπικό κόστος (βασανιστήρια, εξοντωτικές ποινές, οικονομική αφαίμαξη, ποινικές συνέπειες για το οικογενειακό και φιλικό περιβάλλον).

Η διεύρυνση του 187Α τόσο σε επίπεδο κατασταλτικών εργαλείων όσο και σε επίπεδο κοινωνικής βάσης,  είναι το καινούργιο στοιχείο από το ’10 κι έπειτα και έχει μεγάλο ενδιαφέρον να απαντήσουμε που αυτή στοχεύει. Θα ήθελα να χρησιμοποιήσω τα παραδείγματα των υποθέσεων του ΕΑ και της ΣΠΦ. Στην υπόθεση του ΕΑ έγινε μια έντονη συζήτηση για τους στόχους των διώξεων. Σήμερα, καλό είναι να επαναφέρουμε αυτή τη συζήτηση για να βγάλουμε μερικά συμπεράσματα. Υπάρχει κάποιος σήμερα  που επιμένει να ισχυρίζεται ότι μέσα από την υπόθεση  και τη δίκη του ΕΑ το κράτος ήθελε να πλήξει τις φιλικές και συντροφικές σχέσεις ή τουλάχιστον εξίσου με το πλήγμα στην οργάνωση και πως μπορεί να τεκμηριωθεί αυτό πολιτικά; Πραγματικά, αυτό που προέκυψε είναι ότι η κύρια πρόθεση των διωκτικών αρχών ήταν να τιμωρήσουν τις φιλικές, συντροφικές ή ακόμη και τις συζυγικές σχέσεις  ως τέτοιες; Αν εξακολουθούμε να πιστεύουμε μια τέτοια εκδοχή, τότε έχουμε σοβαρό πρόβλημα ανάλυσης.  Είναι διαφορετικό πράγμα η ανάλυση της στόχευσης μιας δίωξης και διαφορετικό η υπερασπιστική γραμμή των κατηγορούμενων. Να δούμε και την υπόθεση της ΣΠΦ τώρα. Εκεί πραγματικά επιχειρείται η αμφίπλευρη διεύρυνση, που ανέφερα στην αρχή, πατώντας πάνω στην ίδια τη μορφή της οργάνωσης όσο και στην υπερασπιστική τακτική των μελών της ΣΠΦ που θεωρώ εσφαλμένη. Εδώ έχουμε την προσπάθεια να χρεωθούν συλλήψεις αγωνιστών σε μια οργάνωση ομπρέλα έτσι ώστε να ευνοηθούν οι μηχανισμοί από το δικονομικό περιβάλλον που δημιουργεί το 187Α. Πρωταρχικός στόχος είναι να χτυπηθούν τα ένοπλα αντανακλαστικά μιας ολόκληρης γενιάς που γαλούχησε ο Δεκέμβρης και δευτερεύων είναι να αποτελέσουν αυτές οι υποθέσεις το όχημα για την περαιτέρω διεύρυνση του 187Α και τον πειραματισμό στις αντοχές της συναίνεσης. Ζητούμενο παραμένει η αναχαίτιση του ένοπλου και όχι γενικά των τάσεων στον α/α χώρο. Κι εδώ θα ήθελα να σταθώ λίγο. Το να υποστηρίζει κανείς ότι αυτές οι διώξεις ή ότι το 187Α έχει ένα σαφή προσανατολισμό ενάντια στις ένοπλες οργανώσεις και όχι γενικά στην κοινωνία δε σημαίνει ούτε ότι αξιολογείς το ένοπλο ως υπέρτερη δραστηριότητα ούτε ότι απομακρύνεις το «χώρο» του ενόπλου από την κοινωνία. Εγώ υποστηρίζω ότι ακριβώς το αντίθετο συμβαίνει. Όταν «στοχοποιούμε» την κοινωνία ως πιθανό θύμα του αντιτρομοκρατικού, τότε είναι που την απομακρύνουμε από τον αγώνα και την αλληλεγγύη. Αντιλαμβάνομαι ότι υπάρχει μια σχολή σκέψης που χρησιμοποιεί γενικεύσεις σε μια απόπειρα να προσεγγίσει καλύτερα την κοινωνία, αλλά κατά τη γνώμη μου η πολιτική που παράγει είναι αναξιόπιστη στα μάτια της κοινωνίας. Γιατί ποιος μπορεί να δεχτεί ότι υπάρχει βάσιμο ενδεχόμενο να μεταφερθεί με ΕΚΑΜίτικο τζιπάκι αν απλά κατεβεί σε μια διαδήλωση ή αν συμμετέχει σε κάποιον τοπικό αγώνα; Ακόμα και σε εξαιρετικές περιπτώσεις, όπως στις Σκουριές, που παραπέμφθηκαν κάτοικοι με το 187Α, ας μην ξεχνάμε ότι εκεί συνέβη μια πρωτοφανής ένοπλη δράση για την οποία και κατηγορήθηκαν οι κάτοικοι και σίγουρα δε μπορεί αυτή η εξαίρεση να αποτελέσει το επιχείρημα που συμβάλει στη θεωρία της γενίκευσης. Σήμερα, δεν είμαστε ακόμα σε μια φάση που διώκεται το φρόνημα ούτε εκτιμώ ότι είμαστε κοντά σε μια τέτοια περίοδο. Ούτε μπορούμε να πούμε ότι υπάρχουν φρονηματικές διώξεις. Ακόμα και μεμονωμένες περιπτώσεις ανθρώπων που διώχθηκαν με τον αντιτρομοκρατικό  εξυπηρέτησαν συγκεκριμένες σκοπιμότητες, όπως την πίεση προς τα μέλη των οργανώσεων ή την εμπέδωση ότι όποιος βοηθά οργανώσεις θα υποστεί συνέπειες, όπως και σε ειδικές περιπτώσεις (Marfin, Πάρος) που το ζητούμενο ήταν να συκοφαντηθεί ένας ολόκληρος πολιτικός χώρος διαμέσου των κατηγορούμενων. Η προσέγγιση με κομμάτια της κοινωνίας πρέπει πρώτα από όλα να γίνεται με επιχειρήματα που είναι κατανοητά και χειροπιαστά και προπαντός δε χρειάζεται να την τρομοκρατούμε και εμείς. Είναι ρεαλιστικό να ισχυριζόμαστε ότι η αντιτρομοκρατική νομοθεσία στοχεύει γενικά τους μαζικούς κοινωνικούς αγώνες; Έχουμε δει κάτι τέτοιο να ισχύει ως τώρα; Εδώ χρειαζόμαστε πιο γειωμένες και ρεαλιστικές πολιτικές αναλύσεις. Αυτός ο νόμος δεν είναι φτιαγμένος για όλους. Αυτό δε σημαίνει ότι δεν αφορά ή δεν πρέπει να αφορά όλους. Το ότι δε στοχεύει  κάποιον δε σημαίνει απαραίτητα ότι δε θα τον παρακινήσει να αγωνιστεί. Το σίγουρο, όμως, είναι ότι δε θα αγωνιστεί αν τον κάνουμε να φοβάται. Η πολιτική μας ενάντια στον αντιτρομοκρατικό νόμο θα πρέπει να γίνει πιο απτή. Στην Ελλάδα υπάρχουν ένοπλες οργανώσεις που γεννήθηκαν μέσα από κοινωνικές διεργασίες και έχουν αναφορές σε ταξικές και πολιτικές αντιπαραθέσεις του προηγούμενου αιώνα. Όπως και θα συνεχίσουν να υπάρχουν όσο παραμένει ριζωμένη η πολιτική παράδοση του ένοπλου αγώνα και η κοινωνική του νομιμοποίηση. Διακαής πόθος του καθεστώτος που ενοποιείται όταν βρίσκεται αντιμέτωπο με αυτή την πρόκληση, αντίθετα με εμάς, είναι να σβήσει αυτή την πολιτική παράδοση. Στον πόλεμο αυτόν που διεξάγει έχει κατοχυρώσει ένα νομοθετικό πλαίσιο που λειτουργεί εξίσου αποτρεπτικά και τιμωρητικά προς έναν κοινωνικό-πολιτικό χώρο που γεννά αυτές τις διεργασίες. Εκεί, στοχεύει συγκεκριμένα όσους αναλαμβάνουν να επωμιστούν το κόστος της ένοπλης αντιπαράθεσης, αλλά και όσους βοηθούν ή υποστηρίζουν τη δράση αυτή. Ο ένοπλος αγώνας είναι προϊόν αυτής της κοινωνίας, είναι βγαλμένος απ’ τα σπλάχνα της και έχει υποστεί το συντριπτικό κόστος της καταστολής. Δε χρειάζεται ούτε να δημιουργούμε μύθους γύρω από την αντιτρομοκρατία ούτε όμως και να φτιάχνουμε τα άλλοθι για να αποφύγουμε να μιλήσουμε για την ουσία ορισμένων υποθέσεων. Δεν είναι χρήσιμο να φοβίζουμε τον κόσμο ή το «χώρο» μας ότι θα περάσει 23 ώρες το 24ωρο σε ένα κελί, χωρίς να υπάρχει η παραμικρή ένδειξη ότι ένα τέτοιο μοντέλο καταστολής θα εξυπηρετήσει τις σκοπιμότητες του καθεστώτος.

Το επιχείρημα ότι για να παλέψουμε τον αντιτρομοκρατικό χρειαζόμαστε ευρύτερες κοινωνικές συμμαχίες εγώ προσωπικά το προσυπογράφω. Είναι όμως διαφορετικό να κάνεις απεύθυνση διευρύνοντας τεχνητά το target group του νόμου μέχρι και τα όρια του συνόλου της κοινωνίας και τελείως διαφορετικό, απλά, να εντάσσεις το περιορισμένο target group  του νόμου εκεί που ανήκει, μέσα στην κοινωνία. Η σύνδεση με ευρύτερα κοινωνικά κομμάτια για να πλαισιώσουν έναν αγώνα είναι πάντα το κύριο ζητούμενό μας. Θα έπρεπε όμως να λέμε πράγματα που στέκουν αν θέλουμε να θεωρούμαστε αξιόπιστη πολιτική δύναμη. Είναι διαφορετικό να λέμε σε μια πορεία «είμαστε όλοι τρομοκράτες» και διαφορετικό να κάνουμε αυτό το σύνθημα αναλυτικό μας εργαλείο.

Θα επιχειρήσω τώρα μια επικαιροποίηση της καταστολής για το τελευταίο διάστημα. Όπως είπα και στην αρχή, υπάρχει η αμετάκλητη επιλογή της ντόπιας ελίτ να αντιμετωπίσει κάθε εστία αντίστασης παραδειγματικά. Αλλά και να χειριστεί στοχευμένα έναν πολιτικό χώρο που δημιουργεί προβλήματα. Καλύτεροι εκφραστές αυτής της επιθετικής πολιτικής είναι η συγκυβέρνηση ΝΔ-ΠΑΣΟΚ με προμετωπίδα το επιτελείο  Σαμαρά. Μετά την αποτυχία του success story και μη έχοντας  άλλα περιθώρια να παρουσιάσει θετικά στοιχεία για την ελληνική οικονομία μπροστά στις εκλογές του Μάη, ο μόνος δρόμος για να επιτύχουν ταυτόχρονα ομαλή εφαρμογή του προγράμματος και προεκλογική ανάκαμψη είναι να δημιουργήσουν ή να εκμεταλλευτούν γεγονότα στα πεδία της Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης. Το φθινόπωρο επιχειρήθηκε να πλήξουν την ανοδική πορεία της Χρυσής Αυγής που κινδύνευε να αρπάξει τα ηνία της δεξιάς. Η διωξή της και περισσότερο η μέθοδος που χρησιμοποιήθηκε έγινε το όχημα για να ελαστικοποιηθεί και να διευρυνθεί το 187, καθώς και να κατοχυρωθεί ένα προηγούμενο που θα τροφοδοτήσει μελλοντικές διώξεις σε άλλους πολιτικούς χώρους. Οι τρομοέφοδοι σε σπίτια συντρόφων πριν λίγο καιρό συνδέεται  ως μέθοδος με το ψευτοπογκρόμ εναντίον των χρυσαυγιτών. Οι τρομοέφοδοι κινήθηκαν πάνω στο ίδιο μοτίβο  το οποίο διατρέχει ολόκληρη τη σύγχρονη διακυβέρνηση, τις διαδικασίες Fast track, όπως συμβαίνει με τις πράξεις νομοθετικού περιεχομένου ή τα νομοσχέδια με την μορφή κατεπείγοντος. Οι έφοδοι σε σπίτια συντρόφων δεν έγιναν για να βρεθεί ο Ξηρός ούτε για να ανακαλυφθούν όπλα.  Έγιναν καταρχήν για να καθησυχάσουν τους Αμερικάνους και για να εγκαινιάσουν μια νέα εκδοχή του πογκρόμ που γινόταν τις ημέρες των μεγάλων διαδηλώσεων με τις προσαγωγές έξω από τα σπίτια συντρόφων. Τώρα, ενδέχεται να παγιωθεί μια τέτοια τακτική εκφοβισμού.

Οι κατασταλτικές διεργασίες που ξεκίνησαν στις αρχές του ’14  έχουν δύο κύριες όψεις. Η μία είναι η εξέλιξη μιας πολιτικής που οδηγεί  στη φασιστικοποίηση του καθεστώτος ως φυσική τάση του νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού για να αντιμετωπίσει την κρίση και η άλλη είναι η αυστηρή εργαλειακή χρήση αυτής της κατάστασης που ενισχύει ένα υπερσυντηρητικό ρεύμα που έχει φανεί μέσα στην ελληνική κοινωνία και στρέφοντάς το προς όφελος της κυβέρνησης. Είπα νωρίτερα ότι το καθεστώς στην Ελλάδα συνήθως δεν έχει σχέδιο, αλλά κινείται πάνω σε συγκεκριμένες κατευθύνσεις. Η φασιστικοποίηση είναι μια τέτοια κατεύθυνση που δε χρειάζεται μόνο κάποιες αφορμές για να προχωρήσει. Κατ’ αυτή την έννοια, η ολομέτωπη επίθεση που επιχειρείται ενάντια στους αντικαθεστωτικούς πολιτικούς κρατούμενους δε γίνεται μόνο γιατί έφυγε ο Ξηρός αλλά γιατί υπάρχει μια αναθέρμανση του ένοπλου αγώνα. Κατά την άποψή μου, το κυρίαρχο ζήτημα της περιόδου είναι ακριβώς αυτή η επίθεση στους πολιτικούς κρατούμενους και όχι γενικά μια επίθεση στο κίνημα.  Οι τρομοέφοδοι ήταν μια παράπλευρη δράση, που εξήγησα πού αποσκοπούσε. Αυτό που ζούμε το τελευταίο διάστημα είναι η επαναφορά του 2002 με διευρυμένους όρους ως μιας επιχείρησης νομιμοποίησής του. Επιχειρείται για τους πολιτικούς κρατούμενους ένας β’ γύρος για την εγκαθίδρυση ενός καθεστώτος εξαίρεσης με πλήρη νομιμοποίηση και όχι άτυπα όπως συνέβη το 2002. Χρειάζονται όμως περισσότερο από τη θεσμοθέτησή του την κοινωνική νομιμοποίησή του, πράγμα που δεν έγινε το 2002. Θέλουν ένα καθεστώς εξαίρεσης που θα περιλαμβάνει φασιστικοποιημένες συνθήκες διαβίωσης και κόψιμο του συνόλου των κατακτήσεων που ισχύουν για το σύνολο των κρατούμενων και όπως φαίνεται από το προσχέδιο του νόμου μιλάμε για ένα πολύ σκληρό και απάνθρωπο νομοσχέδιο. Οι λόγοι που επιλέγουν να επαναφέρουν μια τέτοια «κατάκτηση του ευρωπαϊκού πολιτισμού» δεν είναι τόσο για να τιμωρήσουν την παραβίαση της άδειας Ξηρού αλλά για να ενδυναμώσουν το δόγμα της αποτροπής απέναντι σε ενδεχόμενη αναθέρμανση του ένοπλου. Το γεγονός ότι διευρύνουν την πληθυσμιακή βάση των φυλακισμένων που θα υπαχθούν σε αυτό το καθεστώς δε σημαίνει ότι οι πολιτικοί κρατούμενοι δεν παραμένουν στην καρδιά αυτής της «μεταρρύθμισης». Εδώ δε μιλάμε απλά για μια μεταρρύθμιση που θέλει να αντιμετωπίσει επικίνδυνους κρατούμενους κάνοντας τη ζωή τους κόλαση. Μιλάμε για τη θωράκιση του αντιτρομοκρατικού οπλοστασίου που επιδιώκει την πολιτική απομόνωση των πολιτικών κρατούμενων, δημιουργώντας ασφυκτικό περιβάλλον  όπου θα ελέγχεται η εισαγωγή-εξαγωγή πολιτικού λόγου. Στην ίδια κατεύθυνση θα εντάσσεται και η αποπολιτικοποίησή τους αφού θα ενταχθούν σε ένα περιβάλλον ειδικής κατηγορίας επικίνδυνων κρατούμενων.

Στην ίδια λογική που κινήθηκα και με τον αντιτρομοκρατικό λέγοντας ότι δε στοχεύει όλη την κοινωνία, έτσι και στις φυλακές το νέο νομοσχέδιο δε στοχεύει όλους τους κρατούμενους ούτε καν τους πιο επικίνδυνους, αλλά πρωτίστως τους πολιτικούς.  Και εξηγούμαι. Προφανώς κάθε κοινωνικό υποκείμενο έχει ένα ειδικό βάρος και αυτό πάντα μετριέται  πολιτικά. Αυτό που θέλω να πω είναι ότι το κριτήριο με το οποίο στοχοθετεί το καθεστώς είναι πρωτίστως η πολιτική και ταξική αντιπαράθεση. Αν υποθέσουμε ότι αύριο βρεθούν στην ίδια φυλακή τύπου Γ ο Στεφανάκος και ο Κουφοντίνας, δε σημαίνει ότι πρωτεύων στόχος του υπουργείου ήταν να εξοντώσει και τους δύο για τους ίδιους λόγους. Δε φαντάζομαι να πιστεύει κανείς ότι έχει καμιά ιδιαίτερη πρεμούρα το κράτος να σταματήσει τον  Στεφανάκο από το να δίνει συνεντεύξεις, εν αντιθέσει με τον Κουφοντίνα ή τη ΣΠΦ ή το ΔΑΚ. Το γεγονός ότι ο λόγος των πολιτικών κρατούμενων, με την ιστορία που κουβαλάει ο καθένας, βρίσκει πρόσφορο έδαφος  σε μια κοινωνία που ζει τη χειρότερη ανθρωπιστική κρίση μετά τον πόλεμο είναι κάτι παραπάνω από προφανές ότι είναι το επίδικο αυτής της ιστορίας. Ένας αντίλογος στον ισχυρισμό μου θα ήταν ότι η απόφαση για αναβάθμιση του Δομοκού ελήφθη την επομένη της απόδρασης των 11 στα Τρίκαλα. Με βάση λοιπόν αυτή την ανάγνωση θα συμπεραίναμε ότι το κράτος απλά επιχειρεί να δημιουργήσει μια φυλακή υπέρ-υψίστης ασφαλείας για να αποτρέψει ανάλογα περιστατικά. Εγώ δεν αμφισβητώ ότι αυτή είναι μια όψη του ζητήματος, αλλά σίγουρα όχι ο πυρήνας. Εδώ, τα αναλυτικά μας εργαλεία περισσεύουν μπροστά στην ανάγνωση των δελτίων ειδήσεων. Δε θυμάμαι καμία παρέμβαση ξένων πρεσβειών ή υπουργών εξωτερικών στην περίπτωση των Τρικάλων, εν αντιθέσει με τα πρωινά τηλέφωνα στη Μέρκελ, την παρέμβαση Κέρι για τις άδειες, ακόμα και τη λυσσώδη προπαγάνδα ενάντια στα μέλη της ΣΠΦ. Προφανώς και πρωταρχικό ζήτημα στην ατζέντα τους είναι ό,τι έχει αντικαθεστωτικά πολιτικά χαρακτηριστικά γιατί ξέρουν ότι δεν είναι απλά πυροτέχνημα, αλλά έχει βάθος και ερείσματα.

Είμαι πολύ επιφυλακτικός και ως προς την άποψη ότι το νομοσχέδιο εντάσσεται σε ένα σχέδιο ιδιωτικοποίησης των φυλακών. Ότι είναι στη νεοφιλελεύθερη λογική να «κουρευτούν» οι υπηρεσίες του κράτους, αυτό είναι αδιαμφισβήτητο. Ότι θα περάσουν, στο μέλλον, οι φυλακές στα χέρια ιδιωτικών εταιρειών ασφαλείας κι αυτό είναι πιθανό. Σε αυτό το νομοσχέδιο όμως, περισσότερο κρατικό παρεμβατισμό βλέπω παρά ιδιωτικοποίηση. Και μόνο ως περισσότερο και βαθύτερο κράτος μπορεί να δει κανείς πίσω από την τοποθέτηση πρώην ανώτατων αξιωματικών της αστυνομίας και του στρατού, τη διαχείριση των φυλακών απ’ ευθείας από το υπουργείο Δικαιοσύνης και την Αντιτρομοκρατική. Η μόνη, ίσως, προοπτική που φαίνεται να ανοίγει για την είσοδο της αγοράς υπηρεσιών ασφαλείας στις φυλακές της χώρας είναι με την τοποθέτηση GPS σε αδειούχους ή υπόδικους ή στην περίπτωση των φυλακών τύπου Α όπου θα κρατούνται χρεοφειλέτες. Πιστεύω, όμως ό,τι μια τέτοια μετάβαση αργεί, καθώς το ιδιωτικό κεφάλαιο στην Ελλάδα δεν έχει τις περγαμηνές να αναλάβει ένα τέτοιο έργο, αλλά και οι πολυεθνικές του τομέα αυτού απλά θα αποφύγουν τις επενδύσεις όπως όλες οι υπόλοιπες.

Κλείνοντας θα δανειστώ μια εύστοχη φράση μιας φίλης σε μια κουβέντα για την επικαιρότητα. Αυτό  το νομοσχέδιο είναι το δικό μας μνημόνιο. Στην κυριολεξία οι κρατούμενοι δεν θα μπορούσαν να μην ακολουθήσουν τη ροή των βαθιών ανακατατάξεων που επιβάλλονται με τον πιο σκληρό τρόπο στην ελληνική κοινωνία. Τώρα ήρθε η δικιά μας στιγμή να χάσουμε δικαιώματα και κατακτήσεις. Ο Δομοκός και οι πτέρυγες τύπου Γ θα αποτελέσουν συμβολικά το «κάστρο». Ένα φόβητρο δηλαδή που θα λειτουργεί αποτρεπτικά για όποιες αντιστάσεις εντός και εκτός των τειχών. Ανέλυσα ποιους στοχεύει αυτό το νομοσχέδιο, όμως αυτούς που αφορά είναι πολύ περισσότεροι. Είναι ολόκληρη η κοινωνία γιατί αν τώρα συναινέσει σε μια τέτοια κόλαση τότε η ίδια θα τη βρει μπροστά της στα χειρότερα που έρχονται. Πρέπει να δούμε αυτό το νομοσχέδιο σε δύο χρόνους. Μέχρι τις εκλογές όπου η κυβέρνηση έχει επενδύσει στρατηγικά πάνω στην επίθεση στους πολιτικούς κρατούμενους και εκεί θα παιχτεί χοντρό πολιτικό παιχνίδι, και μετά τις εκλογές όπου θα έχουμε όλοι περισσότερο χρόνο να αποτιμήσουμε και να επανασχεδιάσουμε τις κινήσεις μας. Σε πρώτο, λοιπόν, χρόνο μπορούμε να δούμε πώς θα μετατρέψουμε αυτό το σταθμό στη σωφρονιστική πολιτική σε σταθμό αντίστασης. Μια κινητοποίηση του βεληνεκούς της βίλας Αμαλία είναι για μένα οδηγός για το διάστημα μέχρι την ψήφιση του νομοσχεδίου. Μια κινητοποίηση που θα χρειαστεί απαραίτητα όσο το δυνατότερο ευρύτερες κοινωνικές συμμαχίες, μη χάνοντας όμως τον πυρήνα της αντιπαράθεσης όπου θα πρέπει να παραμείνει η κεντρική πολιτική παρέμβαση σε μια στρατηγική επιλογή της κυβέρνησης. Οι όποιες ρητορείες ανθρωπιστικού τύπου μπορεί να λειτουργούσαν στο παρελθόν, αλλά την εποχή του μνημονίου που η απόσταση τού μέσα από το έξω έχει μειωθεί, δεν νομίζω ότι έχουν να προσφέρουν κάτι παραπάνω.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s