Για το νομοσχέδιο που προβλέπει την ίδρυση φυλακών υψίστης ασφαλείας

Ενόψει των εξελίξεων που σχετίζονται με την κατάθεση στη Βουλή του νομοσχεδίου, που μεταξύ άλλων, ρυθμίζει τη δημιουργία φυλακών υψίστης ασφαλείας, Τύπου Γ΄, ως Νομικό Παρατηρητήριο για τα Δικαιώματα των Κρατουμένων κρίνουμε σκόπιμο και επιβεβλημένο να διατυπώσουμε τους κυριότερους νομικούς προβληματισμούς μας, γύρω από το πλήρως παράνομο και αντισυνταγματικό νομοσχέδιο που πραξικοπηματικά φέρεται προς επεξεργασία και ψήφιση από τα θερινά τμήματα και σκοπεί στην ολοκληρωτική μετάλλαξη τόσο του ποινικού όσο και του σωφρονιστικού δικαιϊκού συστήματος.
Πέραν του γεγονότος ότι διαπιστώνουμε πως η νομοθετική πρωτοβουλία και διαδικασία ανταποκρίνεται πρωτίστως σε ανάγκες επικοινωνιακές και κατασταλτικές, αγνοώντας τις βασικές αρχές του δικαίου, το παρόν νομοσχέδιο βρίθει αντισυνταγματικών διατάξεων και θα θεσπίσει ένα πλαίσιο που θα δημιουργεί έναν ασφυκτικό κλοιό γύρω από τη διαβίωση των κρατουμένων.
 Το πιο κρίσιμο σημείο είναι ότι μετάγονται υποχρεωτικά, στις φυλακές τύπου Γ΄ κατάδικοι και υπόδικοι μεταξύ άλλων για τα αδικήματα του άρθρου 187Α (τρομοκρατική οργάνωση) του ΠΚ, των άρθρων 299 (ανθρωποκτονία), 380 παράγραφος 2 (ληστεία στην επιβαρυντική μορφή) και 385 παράγραφος 1 περίπτωση α΄ (εκβίαση) εφόσον τα τρία τελευταία εγκλήματα τελούνται στα πλαίσια λειτουργίας εγκληματικής οργάνωσης.
Αρχικά, η διάταξη της παραγράφου 4 του άρθρου 9 του νομοσχεδίου που θα προστεθεί στο άρθρο 11 του Σωφρονιστικού Κώδικα και αφορά όσους θα κρατούνται πλέον στις φυλακές Τύπου Γ΄ είναι αντισυνταγματική ως φωτογραφική. Είναι εμφανές πως η υποχρεωτική μεταγωγή κρατουμένων με βάση το προαναφερόμενο είδος του εγκλήματος που τέλεσαν ως άνω, δε δικαιολογεί τη διαφορετική μεταχείριση τους σε σχέση με τους υπόλοιπους κρατουμένους που έχουν καταδικαστεί για κακουργήματα. Ποιο θεσπισμένο από το νόμο και το Σύνταγμα, κριτήριο, επιβάλλει τη διαφορετική σωφρονιστική αντιμετώπιση τους και μάλιστα υποχρεωτικά, χωρίς δυνατότητα προηγούμενου ελέγχου της προσωπικής κατάστασης των θιγομένων ;
Επίσης, στην ίδια φυλακή θα μεταφέρονται και όσοι κρατούμενοι κρίνονται επικίνδυνοι για την δημόσια τάξη και ασφάλεια της χώρας αλλά και για την ευταξία της φυλακής όπου βρίσκονται. Η κρίση περί της επικινδυνότητας κάποιου φυλακισμένου, θα αποφασίζεται με διάταξη του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών χωρίς να προηγηθεί η δικαστική ακρόαση του και με βάση, μεταξύ άλλων, άκρως υποκειμενικά κριτήρια όπως είναι η εκτίμηση της προσωπικότητας του. Η βαρύτητα επίσης του εγκλήματος που τέλεσε θα είναι ένα από τα συνεκτιμώμενα κριτήρια για τη μεταφορά του. Το στοιχείο αυτό βαίνει αντίθετα στις βασικές σωφρονιστικές αρχές που δεν επιτρέπουν τη διακριτική μεταχείριση του κρατουμένου ή τη στέρηση των δικαιωμάτων του, με βάση το παρελθόν του και κυριότερα το είδος του εγκλήματος που τέλεσε. Ο ατομικός φάκελος του κρατούμενου, σύμφωνα με το νομοσχέδιο, θα διαβιβάζεται από την αρμόδια διεύθυνση του Υπουργείου Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων χωρίς να είναι σαφές ποιο αρμόδιο όργανο θα προβαίνει σε διαλογή και αξιολόγηση φακέλων κρατουμένων πριν την παραλαβή τους από τον αρμόδιο Εισαγγελέα.  
Επιπρόσθετο κριτήριο για τους παραπάνω κρατούμενους που θα χαρακτηρίζονται ως «επικίνδυνοι» θα είναι και η καταδίκη τους για ορισμένα πειθαρχικά αδικήματα που επιβάλλονται αρκετά συχνά από τις αρμόδιες Διοικήσεις των φυλακών ( όπως είναι η κατοχή αιχμηρών ή επικίνδυνων αντικειμένων ) και κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας δεν επιτρέπουν τη διάγνωση της επικινδυνότητας τους. Προβληματισμό εγείρει επίσης, το γεγονός πως δεν εξειδικεύεται από το νομοσχέδιο, ο χρόνος τέλεσης των πειθαρχικών αδικημάτων. Κατά τη διατύπωση του νομοσχεδίου ορίζοντας «….έχουν τελέσει τα εξής περιοριστικά αναφερόμενα πειθαρχικά αδικήματα…» θα μπορούσε να οδηγηθεί στις φυλακές υψίστης ασφαλείας κρατούμενος με πειθαρχικό αδίκημα που έχει παραγραφεί, κατά το σωφρονιστικό νόμο, από αυτά που αναφέρονται;
Πολύ σημαντικό είναι το γεγονός, πως το νομοσχέδιο προχωρά κατά παράβαση της αρχής της ίσης μεταχείρισης όπως η τελευταία επιβάλλεται από το Σύνταγμα αλλά και από τον ίδιο το Σωφρονιστικό Κώδικα, διότι η κράτηση στις φυλακές τύπου Γ θα συνεπάγεται καθολική αποστέρηση αδειών εξόδου, ευεργετικού υπολογισμού ημερών εργασίας και περιορισμούς στην επικοινωνία και τις επισκέψεις. Οι παραπάνω περιορισμοί αλλάζουν καθοριστικά τις αρχές της μέχρι σήμερα, σωφρονιστικής πολιτικής που στηρίζεται κρίσιμα, στην προσπάθεια του κρατουμένου να αποδείξει την καλή του διαγωγή προκειμένου να «κερδίσει» την ομαλή επανένταξη του στην κοινωνία και να διεκδικήσει μία ενδεχόμενη μείωση της ποινής του με βάση την εργατικότητα και την πειθαρχημένη συμπεριφορά του. Εκτιμούμε, πως η δίχως άλλο, αποστέρηση κάθε ελπίδας στον κρατούμενο να διεκδικήσει κάποια « ευεργετήματα » που προβλέπει ο σωφρονιστικός νόμος θα μετατρέψει την καθημερινή διαβίωση του σε αβάσταχτο ψυχολογικό βάσανο που όπως είναι φυσικό, δεν εξυπηρετεί καμία νόμιμη σκοπιμότητα.
 Επιπρόσθετα, βρισκόμαστε αντιμέτωποι με την πλήρη και ολοσχερή κατάργηση του τεκμηρίου αθωότητας όταν ακόμα και υπόδικοι μπορούν να δουν τις πόρτες των νέων φυλακών να κλείνουν πίσω τους κατά παράβαση και της ισχύουσας διάταξης της παραγράφου 2 του άρθρου 15 του ΣΚ που θέτει ως βασική αρχή οι συνθήκες διαβίωσης των υπόδικων να προσεγγίζουν κατά το δυνατόν τις συνθήκες της ελεύθερης διαβίωσης. Ας μη παραλείπουμε το γεγονός ότι παρά του ότι δεκάδες άνθρωποι έχουν διωχθεί για τα συγκεκριμένα αδικήματα και τελικά απαλλάχθηκαν των κατηγοριών, είτε με βούλευμα είτε στο ακροατήριο, με το νέο νομοσχέδιο τους επιφυλάσσεται προσωρινή κράτηση με τους δυσχερέστερους δυνατούς όρους.
Ο τρόπος με τον οποίο θα διατάζεται η κράτηση στις φυλακές τύπου Γ και η εξοντωτική διάρκεια αυτής, όπως αποτυπώνεται στην παράγραφο 7 του άρθρου 9 του σχεδίου νόμου, δημιουργεί μία αξεπέραστη ανασφάλεια δικαίου. Πλήρως αντισυνταγματική διάταξη θα προβλέπει τη δυνατότητα άσκησης προσφυγής στον ίδιο τον Υπουργό Δικαιοσύνης κατά εισαγγελικών διατάξεων αλλά και βουλευμάτων που θα εξετάζουν το ζήτημα της μεταγωγής ή μη, κάποιου κρατουμένου στην  φυλακή Γ’ τύπου μετά από άσκηση της προσφυγής του τελευταίου. Είναι δυστυχώς αληθές πως με την απόπειρα τέτοιας νομοθετικής πρόβλεψης, «εγκανιάζεται» με απαράδεκτο τρόπο η παρέμβαση της εκτελεστικής εξουσίας στην άσκηση της δικαστικής και φυσικά, κατά παράβαση της αρχής της διάκρισης των εξουσιών.
Τέλος, η δημιουργία και θεσμοθέτηση φυλακών Τύπου Γ΄ βαίνει ευθέως κατά της θεμελιώδους αρχής του ποινικού δικαίου πως ο καθένας οφείλει να γνωρίζει τις συνέπειες της συμπεριφοράς του πριν από την πραγμάτωση αυτής. Οι συνέπειες αυτές δεν αναφέρονται μόνο στην επαπειλούμενη ποινή, αλλά προφανώς και στο σύνολο της ποινικής αντιμετώπισης, οργανικό τμήμα της οποίας είναι και οι συνθήκες κράτησης. Ως εκ τούτου, το παρόν νομοσχέδιο παγιδεύει παράνομα τους ήδη κρατούμενους και καταδικασθέντες για τα ως άνω αδικήματα που βρίσκονται αιφνιδιαστικά αντιμέτωποι με μία επιδείνωση της σωφρονιστικής τους κατάστασης.   
Για τους ανωτέρω ενδεικτικά αναφερόμενους λόγους ζητάμε λοιπόν, την άμεση απόσυρση του παράνομου και αντισυνταγματικού σχεδίου νόμου.
Νομικό Παρατηρητήριο για τα Δικαιώματα των Κρατουμένων
Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s